δέλος

δέλος, εος, τό,
A = δέλεαρ, Eust.235.7: gen. pl.

δελέων PMag.Par. 1.939

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δέλος — ( εος), το (Α) το δόλωμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Νεώτερος σχηματισμός τού δέλεαρ* κατά τα ουδέτερα σε ος] …   Dictionary of Greek

  • δέλος — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέλη — δέλος neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) δέλος neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δελέεσσιν — δέλος neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δελέων — δέλος neut gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέλους — δέλος neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αργεντινή — Κράτος της Νότιας Αμερικής.Συνορεύει ΒΑ με την Ουρουγουάη και τη Βραζιλία, Β με την Παραγουάη, ΒΔ με τη Βολιβία, Δ και ΝΔ με τη Χιλή, ενώ μια χιλιανή στενή λωρίδα γης τη χωρίζει από το έδαφος της Γης του Πυρός. Ανατολικά βρέχεται από τον… …   Dictionary of Greek

  • δέλα — δέλᾱ , δέλος neut nom/voc/acc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • gel-2 and gʷel- —     gel 2 and gʷel     English meaning: to devour     Deutsche Übersetzung: “verschlingen”     Note: the form with gʷ presumably after Osthoff IF. 4, 287, Zupitza Gutt. 86 through hybridization from gel with gʷer .     Material: A. certainly gel… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.